缺乏 έννοια και προφορά

缺乏
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

缺乏 ελληνικός ορισμός

quē fá

  • έλλειψη

HSK level


Χαρακτήρες

  • (quē): έλλειψη
  • (fá): ελλειψη