美术 έννοια και προφορά

美术
Απλοποιημένη λέξη
美術
Παραδοσιακή λέξη

美术 ελληνικός ορισμός

měi shù

  • τέχνη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 美 (měi): όμορφη
  • 术 (shù): τεχνική