老板 έννοια και προφορά

老板
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

老板 ελληνικός ορισμός

lǎo bǎn

  • αφεντικό

HSK level


Χαρακτήρες

  • 老 (lǎo): παλαιός
  • 板 (bǎn): σανίδα