耽误 έννοια και προφορά

耽误
Απλοποιημένη λέξη
耽誤
Παραδοσιακή λέξη

耽误 ελληνικός ορισμός

dān wu

  • καθυστερώ

HSK level


Χαρακτήρες

  • (dān): καθυστέρηση
  • (wù): λάθος