肥皂 έννοια και προφορά

肥皂
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

肥皂 ελληνικός ορισμός

féi zào

  • σαπούνι

HSK level


Χαρακτήρες

  • 肥 (féi): λίπος
  • 皂 (zào): σαπούνι