能干 έννοια και προφορά

能干
Απλοποιημένη λέξη
能幹
Παραδοσιακή λέξη

能干 ελληνικός ορισμός

néng gàn

  • ικανός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 能 (néng): μπορώ
  • 干 (gàn): στεγνός