腐蚀 έννοια και προφορά

腐蚀
Απλοποιημένη λέξη
腐蝕
Παραδοσιακή λέξη

腐蚀 ελληνικός ορισμός

fǔ shí

  • διάβρωση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 腐 (fǔ): σαπίλα
  • 蚀 (shí): έκλειψη