自主 έννοια και προφορά

自主
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

自主 ελληνικός ορισμός

zì zhǔ

  • αυτονόμος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zì): από
  • (zhǔ): ο κύριος