自满 έννοια και προφορά

自满
Απλοποιημένη λέξη
自滿
Παραδοσιακή λέξη

自满 ελληνικός ορισμός

zì mǎn

  • ικανοποιημένος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 自 (zì): από
  • 满 (mǎn): γεμάτος