舍不得 έννοια και προφορά

舍不得
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

舍不得 ελληνικός ορισμός

shě bu de

  • απρόθυμος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 舍 (shě): υπόστεγο
  • 不 (bù): μην
  • 得 (dé): παίρνω