蔓延 έννοια και προφορά

蔓延
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

蔓延 ελληνικός ορισμός

màn yán

  • εξάπλωση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 蔓 (màn): άμπελος
  • 延 (yán): επεκτείνω