虐待 έννοια και προφορά

虐待
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

虐待 ελληνικός ορισμός

nvè dài

  • κατάχρηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (nüè): κατάχρηση
  • (dài): να είναι