补贴 έννοια και προφορά

补贴
Απλοποιημένη λέξη
補貼
Παραδοσιακή λέξη

补贴 ελληνικός ορισμός

bǔ tiē

  • επιδότηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • (bǔ): μακιγιάζ
  • (tiē): επικόλληση