被告 έννοια και προφορά

被告
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

被告 ελληνικός ορισμός

bèi gào

  • εναγόμενος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 被 (bèi): είναι
  • 告 (gào): πληροφορώ