被子 έννοια και προφορά

被子
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

被子 ελληνικός ορισμός

bèi zi

  • πάπλωμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 被 (bèi): είναι
  • 子 (zi): παιδί