解散 έννοια και προφορά

解散
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

解散 ελληνικός ορισμός

jiě sàn

  • απολύω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 解 (jiě): λύση
  • 散 (sàn): διεσπαρμένος