话筒 έννοια και προφορά

话筒
Απλοποιημένη λέξη
話筒
Παραδοσιακή λέξη

话筒 ελληνικός ορισμός

huà tǒng

  • μικρόφωνο

HSK level


Χαρακτήρες

  • (huà): λόγια
  • (tǒng): κύλινδρος