谦虚 έννοια και προφορά

谦虚
Απλοποιημένη λέξη
謙虛
Παραδοσιακή λέξη

谦虚 ελληνικός ορισμός

qiān xū

  • μετριόφρων

HSK level


Χαρακτήρες

  • 谦 (qiān): μετριόφρων
  • 虚 (xū): φανταστικο