贝壳 έννοια και προφορά

贝壳
Απλοποιημένη λέξη
貝殼
Παραδοσιακή λέξη

贝壳 ελληνικός ορισμός

bèi ké

  • κέλυφος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (bèi): κέλυφος
  • (ké): κέλυφος