贪污 έννοια και προφορά

贪污
Απλοποιημένη λέξη
貪汙
Παραδοσιακή λέξη

贪污 ελληνικός ορισμός

tān wū

  • διαφθορά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 贪 (tān): άπληστος
  • 污 (wū): απόβλητα