资格 έννοια και προφορά

资格
Απλοποιημένη λέξη
資格
Παραδοσιακή λέξη

资格 ελληνικός ορισμός

zī gé

  • προσόντα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 资 (zī): κεφάλαιο
  • 格 (gé): πλέγμα