踏实 έννοια και προφορά

踏实
Απλοποιημένη λέξη
踏實
Παραδοσιακή λέξη

踏实 ελληνικός ορισμός

tā shi

  • σταθερός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (tà): πάτημα
  • (shí): πραγματικός