轮胎 έννοια και προφορά

轮胎
Απλοποιημένη λέξη
輪胎
Παραδοσιακή λέξη

轮胎 ελληνικός ορισμός

lún tāi

  • ελαστικά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 轮 (lún): ρόδα
  • 胎 (tāi): εμβρυακός