轻易 έννοια και προφορά

轻易
Απλοποιημένη λέξη
輕易
Παραδοσιακή λέξη

轻易 ελληνικός ορισμός

qīng yì

  • εύκολα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 轻 (qīng): φως
  • 易 (yì): ανετα