辛勤 έννοια και προφορά

辛勤
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

辛勤 ελληνικός ορισμός

xīn qín

  • σκληρή δουλειά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 辛 (xīn): ξιν
  • 勤 (qín): επιμελής