辽阔 έννοια και προφορά

辽阔
Απλοποιημένη λέξη
遼闊
Παραδοσιακή λέξη

辽阔 ελληνικός ορισμός

liáo kuò

  • απέραντος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (liáo): λιάο
  • (kuò): πλατύς