过瘾 έννοια και προφορά

过瘾
Απλοποιημένη λέξη
過瘾
Παραδοσιακή λέξη

过瘾 ελληνικός ορισμός

guò yǐn

  • απολαυστικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 过 (guò): πέρασμα
  • 瘾 (yǐn): εθισμός