还原 έννοια και προφορά

还原
Απλοποιημένη λέξη
還原
Παραδοσιακή λέξη

还原 ελληνικός ορισμός

huán yuán

  • μείωση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 还 (hái): επίσης
  • 原 (yuán): πρωτότυπο