进化 έννοια και προφορά

进化
Απλοποιημένη λέξη
進化
Παραδοσιακή λέξη

进化 ελληνικός ορισμός

jìn huà

  • εξέλιξη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 进 (jìn): προκαταβολή
  • 化 (huà): μεταμορφώνω