连续 έννοια και προφορά

连续
Απλοποιημένη λέξη
連續
Παραδοσιακή λέξη

连续 ελληνικός ορισμός

lián xù

  • συνεχής

HSK level


Χαρακτήρες

  • (lián): ακόμη και
  • (xù): συνεχίζεται