采取 έννοια και προφορά

采取
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

采取 ελληνικός ορισμός

cǎi qǔ

  • παίρνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 采 (cǎi): διαλέγω
  • 取 (qǔ): παίρνω