防止 έννοια και προφορά

防止
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

防止 ελληνικός ορισμός

fáng zhǐ

  • αποτρέψει

HSK level


Χαρακτήρες

  • (fáng): προστατεύομαι από
  • (zhǐ): μόνο