陌生 έννοια και προφορά

陌生
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

陌生 ελληνικός ορισμός

mò shēng

  • παράξενος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 陌 (mò): δρόμος
  • 生 (shēng): γεννάω