陡峭 έννοια και προφορά

陡峭
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

陡峭 ελληνικός ορισμός

dǒu qiào

  • απότομος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 陡 (dǒu): απότομος
  • 峭 (qiào): απότομος