陶瓷 έννοια και προφορά

陶瓷
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

陶瓷 ελληνικός ορισμός

táo cí

  • κεραμικά

HSK level


Χαρακτήρες

  • (táo): κεραμικά
  • (cí): πορσελάνη