集体 έννοια και προφορά

集体
Απλοποιημένη λέξη
集體
Παραδοσιακή λέξη

集体 ελληνικός ορισμός

jí tǐ

  • συλλογικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 集 (jí): σειρά
  • 体 (tǐ): σώμα