零食 έννοια και προφορά

零食
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

零食 ελληνικός ορισμός

líng shí

  • σνακ

HSK level


Χαρακτήρες

  • (líng): μηδέν
  • (shí): τροφή