靠拢 έννοια και προφορά

靠拢
Απλοποιημένη λέξη
靠攏
Παραδοσιακή λέξη

靠拢 ελληνικός ορισμός

kào lǒng

  • ελα πιο κοντά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 靠 (kào): με
  • 拢 (lǒng): φράζω