鞭策 έννοια και προφορά

鞭策
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

鞭策 ελληνικός ορισμός

biān cè

  • ωθηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 鞭 (biān): μαστίγιο
  • 策 (cè): πολιτική