额外 έννοια και προφορά

额外
Απλοποιημένη λέξη
額外
Παραδοσιακή λέξη

额外 ελληνικός ορισμός

é wài

  • πρόσθετος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (é): ποσό
  • (wài): εξωτερικός