香肠 έννοια και προφορά

香肠
Απλοποιημένη λέξη
香腸
Παραδοσιακή λέξη

香肠 ελληνικός ορισμός

xiāng cháng

  • λουκάνικο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 香 (xiāng): ευώδης
  • 肠 (cháng): εντερικός