魄力 έννοια και προφορά

魄力
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

魄力 ελληνικός ορισμός

pò lì

  • θάρρος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 魄 (pò): ψυχή
  • 力 (lì): δύναμη