捅 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

捅 ελληνικός ορισμός

tǒng

  • to stab
  • to poke
  • to prod
  • to nudge
  • to disclose

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά