朾 έννοια και προφορά

朾
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

朾 ελληνικός ορισμός

tíng

  • to bump

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 亭 : περίπτερο
  • 停 : να σταματήσει
  • 婷 : graceful;
  • 庭 : δικαστήριο
  • 廷 : palace courtyard;
  • 楟 : tree;
  • 渟 : stagnant water;
  • 筳 : bamboo pole; spindle;
  • 莛 : stalk of grass;
  • 葶 : Draba nemerosa bebe carpa;
  • 蝏 : (insect); Leptogaster basiralis;
  • 霆 : clap of thunder;