橾 έννοια και προφορά

橾
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

橾 ελληνικός ορισμός

shū

  • the hole in the center of a wheel accommodating the axle (archaic)

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά