檠 έννοια και προφορά

檠
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

檠 ελληνικός ορισμός

qíng

  • instrument for straightening bows

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 勍 : violent; strong;
  • 情 : κατάσταση
  • 擎 : κινητήρας
  • 晴 : σαφή
  • 殑 : swoon;
  • 氰 : cyanogen (CN)2; ethane dinitrile;
  • 黥 : to tattoo criminals on the face or forehead;