欙 Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας 欙 ελληνικός ορισμός léi sedan Χαρακτήρες με την ίδια προφορά 擂 : beat; to grind; 檑 : logs rolled down in defense of city; 畾 : fields divided by dikes; 纍 : tired 缧 : bind; bond; 罍 : large earthenware wine jar; 羸 : entangled; lean; 蔂 : basket for carrying earth; 虆 : creeper; bramble; dirt-basket; 镭 : radium (chemistry); 雷 : δικος μου 鳓 镭