炆 έννοια και προφορά

炆
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

炆 ελληνικός ορισμός

wén

  • (Cantonese) to simmer
  • to cook over a slow fire

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά