燔 έννοια και προφορά

燔
Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

燔 ελληνικός ορισμός

fán

  • κάηκε

Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • 凡 : οπου
  • 墦 : υπηρέτρια
  • 棥 : 虘
  • 樊 : ανεμιστήρας
  • 烦 : ενόχληση
  • 煩 : bother
  • 璠 : ανεμιστήρας
  • 矾 : στυπτηρία
  • 笲 : λυγαρότερο καλάθι με νύφες
  • 籵 : 籵
  • 繁 : περίπλοκος
  • 膰 : μαγειρεμένο κρέας που χρησιμοποιείται στη θυσία
  • 蕃 : ανεμιστήρας
  • 薠 : 薠
  • 蘩 : τηγάνι
  • 蠜 : κέδρος
  • 蹯 : πόδι ζώου
  • 鐇 : 鐇
  • 钒 : βανάδιο
  • 鷭 : ντροπή