落 έννοια και προφορά

Απλοποιημένος / παραδοσιακός χαρακτήρας

落 ελληνικός ορισμός

luò

  • πτώση

Επίπεδα HSK


Χαρακτήρες με την ίδια προφορά

  • : to pile up; to stack; a pile; a stack;
  • : name of a river;
  • : Luo
  • : neck-ornament;
  • : string on which coins are strung;
  • : δίκτυο
  • : brindled ox; clear; eminent;
  • : black horse with white mane; fearful;
  • : camel; white horse with a black mane (archaic);
  • 𣎆 : 𣎆

Παραδείγματα ποινών με 落

  • 飞机马上就要降落了。
    Fēijī mǎshàng jiù yào jiàngluòle.
  • 日落的时候,海边的景色很美。
    Rìluò de shíhòu, hǎibiān de jǐngsè hěn měi.

Λέξεις που περιέχουν 落, ανά επίπεδο HSK